Τα επίπεδα προ κρίσης χρέους προσέγγισαν εκ νέου οι τιμές των διαμερισμάτων στην Ελλάδα το 2024, ύστερα από επτά συνεχόμενα έτη ανόδου. Σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank, οι τρέχουσες τιμές υπολείπονται μόλις κατά 1,3% σε σχέση με το ανώτατο επίπεδο που είχε καταγραφεί το 2008, σηματοδοτώντας τη δυναμική ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων.
Η ανοδική πορεία των τιμών των διαμερισμάτων συνεχίστηκε και το 2024, αν και με πιο ήπιο ρυθμό σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), η μέση ετήσια αύξηση των τιμών των διαμερισμάτων διαμορφώθηκε στο 8,7%, παρουσιάζοντας επιβράδυνση σε σχέση με το 2023, όπου η αύξηση είχε ανέλθει στο 13,9%.

Αναλυτικότερα, κατά την 9ετία 2009-2017, περίοδο που συνέπεσε με την ελληνική κρίση χρέους, οι τιμές των διαμερισμάτων μειώθηκαν κατά 42%. Η πτώση αυτή αντικατόπτριζε τη σημαντική συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης, καθώς η οικονομία βρισκόταν σε ύφεση και οι δυνατότητες χρηματοδότησης μέσω δανεισμού ήταν περιορισμένες. Ωστόσο, από το 2018 και έπειτα, όταν η ελληνική οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, οι τιμές των διαμερισμάτων κατέγραψαν σωρευτική άνοδο 70,1%, φέρνοντας την αγορά πολύ κοντά στα προ κρίσης επίπεδα.
Η συνεχής αύξηση των τιμών αποδίδεται σε αρκετούς παράγοντες, πέρα από την περιορισμένη προσφορά ακινήτων.
Γιατί η ζήτηση για διαμερίσματα παραμένει ισχυρή

Συγκεκριμένα, η ζήτηση για διαμερίσματα παραμένει ισχυρή λόγω:
- Της ενίσχυσης του τουριστικού τομέα και της άνθησης των βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb, οι οποίες έχουν αυξήσει την αξία των ακινήτων σε δημοφιλείς περιοχές.
- Της γενικότερης ανάκαμψης της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, που βελτίωσε την αγοραστική δύναμη και τη ρευστότητα των πολιτών.
- Του αυξημένου επενδυτικού ενδιαφέροντος από ξένους αγοραστές, ιδιαίτερα μέσω του προγράμματος Golden Visa. Το 2023, οι άμεσες ξένες επενδύσεις στον τομέα των ακινήτων ανήλθαν στα 2,3 δισ., έναντι 1,8 δισ. το 2022.
Ένας ακόμα σημαντικός δείκτης της ανάκαμψης της αγοράς ακινήτων είναι η αύξηση των επενδύσεων παγίων σε κατοικίες. Κατά την περίοδο της κρίσης χρέους, οι επενδύσεις στον τομέα αυτό είχαν σημειώσει απότομη πτώση. Ωστόσο, από το 2018 και μετά, η αγορά κατοικιών παρουσίασε σταδιακή ανάκαμψη, ενώ ο κατασκευαστικός κλάδος άρχισε να ανακάμπτει συνολικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), οι επενδύσεις παγίων σε κατοικίες αυξήθηκαν από 1,1 δισ. το 2017 (0,6% του ΑΕΠ και 5,1% του συνόλου των επενδύσεων παγίων) σε 5,6 δισ. το 2024 (2,3% του ΑΕΠ και 15,3% των συνολικών επενδύσεων παγίων).
Συγκριτικά, στην Ευρωζώνη οι επενδύσεις κατοικιών αποτελούν μεγαλύτερο ποσοστό της οικονομίας, φτάνοντας το 5,8% του ΑΕΠ και το 27,5% του συνόλου των επενδύσεων παγίων (στοιχεία του 2024). Αντίθετα, πριν από την κρίση χρέους, η Ελλάδα κατείχε υψηλότερο ποσοστό επενδύσεων κατοικιών, με το αντίστοιχο ποσοστό να αγγίζει το 11% του ΑΕΠ και το 43,1% του συνόλου των επενδύσεων παγίων, σε αντίθεση με το 6,7% και 29% αντίστοιχα στην Ευρωζώνη.
Συμπερασματικά, η ελληνική αγορά ακινήτων έχει ανακάμψει σημαντικά από την περίοδο της κρίσης και βρίσκεται πολύ κοντά στα επίπεδα του 2008. Η αύξηση των τιμών των διαμερισμάτων φαίνεται να συνεχίζεται, αν και με πιο συγκρατημένο ρυθμό, ενώ η ζήτηση παραμένει ισχυρή λόγω εγχώριων και διεθνών παραγόντων. Ωστόσο, η μελλοντική πορεία της αγοράς θα εξαρτηθεί από τη συνολική οικονομική κατάσταση, τις εξελίξεις στο τραπεζικό σύστημα και τις παρεμβάσεις της πολιτείας στον τομέα των ακινήτων.