Ο απερχόμενος καγκελάριος Όλαφ Σολτς εμπόδισε τελευταία στιγμή την πώληση Εurofighter στην Τουρκία και οι Χριστιανοδημοκράτες που κέρδισαν τις εκλογές διαφωνούν με αυτή την απόφαση.

Συγκεκριμένα, θέλουν να την ανατρέψουν και να υποστηρίξουν την τουρκική κυβέρνηση, καθώς επιδιώκουν να συσφίξουν τις σχέσεις Βερολίνου και Άγκυρας.

Σε ερώτηση του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle στην κυβερνητική ενημέρωση στο Βερολίνο σχετικά με το αν η υπηρεσιακή κυβέρνηση μπλοκάρει την άδεια πώλησης Eurofighter μετά την φυλάκιση Ιμάμογλου και μετά τη δήλωσή του, ο Στέφεν Χέμπεστραϊτ, εκπρόσωπος της καγκελαρίας (του υπηρεσιακού καγκελάριου Όλαφ Σολτς), αρκέστηκε απλώς να σημειώσει ότι οι αποφάσεις για αποστολές εξοπλιστικών συστημάτων, εφόσον πρώτα ληφθούν, «κατά κανόνα κοινοποιούνται στο κοινοβούλιο», χωρίς όμως να προσδιορίζει χρονικό ορίζοντα για κάτι τέτοιο.

Σημειωτέον ότι το άρθρο 26 του Γερμανικού Συντάγματος προβλέπει ρητά ότι: «τα όπλα που προορίζονται για πόλεμο μπορούν να κατασκευαστούν, μεταφερθούν και διατεθούν στην αγορά μόνο κατόπιν έγκρισης της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης. Οι περαιτέρω λεπτομέρειες ορίζονται από ομοσπονδιακό νόμο».

Η λήψη της απόφασης για το ποια όπλα μπορούν και υπό ποιες προϋποθέσεις να εξαχθούν λαμβάνεται στην πράξη από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο Ασφαλείας, μια ειδική επιτροπή που συνεδριάζει μυστικά υπό τον καγκελάριο, όπως σημειώνεται στην ιστοσελίδα της γερμανικής βουλής. Βάσει απόφασης του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, η γερμανική κυβέρνηση υπό τον καγκελάριο υποχρεούται να ενημερώσει το γερμανικό κοινοβούλιο γιατί ενέκρινε μια εξαγωγή εξοπλιστικών συστημάτων ή γιατί την απέρριψε. Ταυτόχρονα και οι βουλευτές στο πλαίσιο άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου έχουν δικαίωμα ενημέρωσης από την κυβέρνηση.

Δυσαρέσκεια στους Χριστιανοδημοκράτες για το «όχι» Σολτς

Σύμφωνα με πρόσφατο ρεπορτάζ της οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt, το οποίο επικαλείται κυβερνητικούς κύκλους, η απερχόμενη κυβέρνηση υπό τον Όλαφ Σολτς επιδιώκει να μπλοκάρει, στο διάστημα που διαθέτει μέχρι να ορκιστεί η νέα κυβέρνηση υπό τον Φρίντριχ Μερτς (CDU), την πώληση Eurofighter στην Άγκυρα εξαιτίας της σύλληψης και φυλάκισης του Εκρέμ Ιμάμογλου.

Σύμφωνα την εφημερίδα η υπόθεση Ιμάμογλου είναι αυτή που έδρασε καταλυτικά στην αλλαγή στάσης του Όλαφ Σολτς, δεδομένου ότι ο ίδιος το φθινόπωρο του 2024 εμφανιζόταν θετικός προς μια τέτοια πώληση. Στους κόλπους των Σοσιαλδημοκρατών η φυλάκιση του Ιμάμογλου ερμηνεύεται ως πράξη «αντιδημοκρατική» και ως εκ τούτου αντίκειται στους όρους που θέτει η Γερμανία για αντίστοιχες εξαγωγές.

Χθεσινό ρεπορτάζ της ίδιας εφημερίδας αναφέρεται όμως στη δυσαρέσκεια και την αντίθετη άποψη που φαίνεται να επικρατεί μεταξύ κορυφαίων στελεχών των Χριστιανοδημοκρατών. Σύμφωνα με τον Χριστιανοδημοκράτη Τόρστεν Φράι, όπως αναφέρει η HB, η «Τουρκία είναι εταίρος στο ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου είναι αυτονόητο ότι διευκολύνονται οι αποστολές όπλων σε νατοϊκούς εταίρους».

Ο ίδιος μάλιστα δηλώνει ότι είναι «ακατανόητη» η στάση του Σολτς γιατί το κρίσιμο κριτήριο για τέτοιες αποφάσεις είναι ο σκοπός της χρήσης αυτών των όπλων, όπως σημειώνει. Όπως παρατηρεί η HB, η CDU υποστηρίζει ότι η Γερμανία μελλοντικά δεν θα πρέπει να συνεχίσει να παρεμποδίζει «κοινά ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα», όπως την κοινοπραξία για τα Eurofighter.

Kλείνοντας, η οικονομική εφημερίδα παρατηρεί ότι «πολλά θα εξαρτηθούν πλέον από τον Μερτς. Σύμφωνα με κύκλους της Χριστιανικής Ένωσης, η πρώτη κατ’ ιδίαν συνάντηση μεταξύ του νέου, τότε, καγκελάριου Μερτς και του προέδρου Ερντογάν, πιθανώς να γίνει τον Ιούνιο στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Για τον μελλοντικό καγκελάριο η σχέση με την Τουρκία είναι ύψιστης σημασίας».

Τυπικά πάντως μέχρι και την τελευταία στιγμή ο υπηρεσιακός καγκελάριος Όλαφ Σολτς διαθέτει την αρμοδιότητα βάσει Συντάγματος να μπλοκάρει μια τέτοια απόφαση. Από την άλλη πλευρά, το πνεύμα του κοινοβουλευτισμού επιτάσσει συνεννόηση με τις πολιτικές δυνάμεις, που ήδη έχουν συμφωνήσει ότι θα συγκροτήσουν την επόμενη κυβέρνηση. Εν προκειμένω, πέρα από το κόμμα στο οποίο ανήκει και ο ίδιος δηλαδή τους Σοσιαλδημοκράτες, θα πρέπει να συνεννοηθεί πρωτίστως με τη Χριστιανική Ένωση και τον επόμενο καγκελάριο Μερτς, τους νικητές δηλαδή των εκλογών του Φεβρουαρίου.