Μια αναπάντεχη ανακάλυψη από επιστήμονες στις Ηνωμένες Πολιτείες έρχεται να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τη σχέση μεταξύ παχυσαρκίας και απόλαυσης του φαγητού. Η έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϋ, αποκαλύπτει ότι η ευχαρίστηση από το φαγητό φαίνεται να μειώνεται όσο αυξάνεται το σωματικό βάρος. Ακόμη πιο εντυπωσιακά, οι ερευνητές ανακάλυψαν έναν πιθανό μηχανισμό που θα μπορούσε να επαναφέρει αυτή την αίσθηση ευχαρίστησης και, ενδεχομένως, να βοηθήσει στην απώλεια βάρους.
Η λάθος αντίληψη για την παχυσαρκία
Υπάρχει μια διαδεδομένη πεποίθηση ότι τα άτομα με παχυσαρκία απολαμβάνουν το φαγητό περισσότερο από τους ανθρώπους με φυσιολογικό βάρος. Ωστόσο, η μελέτη δείχνει το αντίθετο. Ο επικεφαλής της έρευνας, καθηγητής Stephan Lammel, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϋ, εξηγεί: «Τείνουμε να θεωρούμε την παχυσαρκία ως μια κατάσταση που προκαλείται από την υπερβολική ευχαρίστηση από το φαγητό, αλλά η μελέτη μας, όπως και άλλες πριν από αυτήν, υποδηλώνουν το αντίθετο: με την πάροδο του χρόνου, η απόκριση της ευχαρίστησης στο φαγητό μπορεί στην πραγματικότητα να μειωθεί».
Η μείωση της ευχαρίστησης φαίνεται να συνδέεται με μια σημαντική χημική διεργασία στον εγκέφαλο: τη ρύθμιση της ντοπαμίνης, της ουσίας που είναι υπεύθυνη για την αίσθηση ανταμοιβής και απόλαυσης.
Ο ρόλος της ντοπαμίνης και της νευροτενσίνης
Η ντοπαμίνη είναι ένας χημικός αγγελιοφόρος που απελευθερώνεται σε καταστάσεις απόλαυσης, όπως όταν γελάμε, ακούμε μουσική ή τρώμε νόστιμο φαγητό. Η παραγωγή της, ωστόσο, ρυθμίζεται από μια άλλη ουσία, τη νευροτενσίνη.
Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι τα υπέρβαρα ποντίκια εμφάνιζαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα νευροτενσίνης σε σύγκριση με τα ποντίκια φυσιολογικού βάρους, γεγονός που επηρέαζε την ανταπόκρισή τους στη ντοπαμίνη και κατά συνέπεια, την απόλαυσή τους από το φαγητό. Ο καθηγητής Lammel τονίζει: «Αυτά τα ευρήματα αμφισβητούν την κοινή παρανόηση ότι τα άτομα με παχυσαρκία τρώνε μόνο για ευχαρίστηση. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος του φαγητού μπορεί να καταναλώνεται λόγω συνήθειας ή συναισθηματικών ερεθισμάτων, όχι λόγω πραγματικής επιθυμίας».
Η πειραματική μελέτη
Για να κατανοήσουν καλύτερα το φαινόμενο, οι ερευνητές μεγάλωσαν μια ομάδα ποντικιών σε μια διατροφή υψηλής θερμιδικής αξίας, αποτελούμενη κατά 60% από λίπος. Τα ποντίκια αυτά απέκτησαν υπερβολικό βάρος και παρουσίασαν μειωμένο ενδιαφέρον για τις λιχουδιές υψηλής θερμιδικής αξίας, όπως το φυστικοβούτυρο και η σοκολάτα. Αντίθετα, τα ποντίκια που τρέφονταν με κανονική δίαιτα έδειξαν αμέσως έντονο ενδιαφέρον για τις ίδιες τροφές.
Οι επιστήμονες προσπάθησαν να ενεργοποιήσουν τεχνητά τη ντοπαμίνη στα ποντίκια με παχυσαρκία, αλλά διαπίστωσαν ότι η διέγερση αυτή δεν είχε καμία επίδραση, επιβεβαιώνοντας ότι υπήρχε δυσλειτουργία στον συγκεκριμένο μηχανισμό.
Αποκατάσταση της απόλαυσης και απώλεια βάρους
Τα ευρήματα της μελέτης, ωστόσο, προσφέρουν μια αχτίδα ελπίδας. Όταν οι επιστήμονες επανέφεραν μερικά από τα υπέρβαρα ποντίκια σε μια κανονική διατροφή για δύο εβδομάδες, τα επίπεδα νευροτενσίνης τους επανήλθαν στο φυσιολογικό, βελτιώνοντας παράλληλα την ανταπόκρισή τους στη ντοπαμίνη και το ενδιαφέρον τους για φαγητό.
Ακόμη πιο εντυπωσιακά, οι ερευνητές κατόρθωσαν να αποκαταστήσουν τεχνητά τα επίπεδα νευροτενσίνης στα ποντίκια μέσω γενετικών παρεμβάσεων. Ως αποτέλεσμα, τα ποντίκια έχασαν βάρος, αύξησαν το ενδιαφέρον τους για φαγητό και παρουσίασαν βελτίωση στη διάθεση και την κινητικότητά τους.
Ο καθηγητής Lammel σχολιάζει: «Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι η αποκατάσταση της ευχαρίστησης του φαγητού μέσω γενετικών στρατηγικών που στοχεύουν στη σηματοδότηση της νευροτενσίνης θα μπορούσε να βοηθήσει στην επανεξισορρόπηση των κινήτρων για την τροφή και να οδηγήσει σε πιο υγιεινά διατροφικά πρότυπα».
Πιθανές εφαρμογές στον άνθρωπο
Αν και η έρευνα διεξήχθη σε ποντίκια, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι τα ευρήματα μπορεί να ανοίξουν νέους δρόμους για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας στους ανθρώπους. Μέχρι στιγμής, οι κύριες θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν δίαιτες περιορισμένων θερμίδων και φάρμακα, τα οποία μειώνουν την ανταπόκριση της ντοπαμίνης, περιορίζοντας την απόλαυση του φαγητού.
Εάν όμως τα ευρήματα της μελέτης ισχύουν και στους ανθρώπους, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέες θεραπείες που όχι μόνο μειώνουν την όρεξη, αλλά και αποκαθιστούν τη φυσιολογική ανταπόκριση του εγκεφάλου στο φαγητό. Αυτό θα σήμαινε ότι η απώλεια βάρους δεν θα βασιζόταν αποκλειστικά στη δύναμη της θέλησης ή σε περιοριστικές δίαιτες, οι οποίες συχνά είναι δύσκολο να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα.
Η επιστημονική κοινότητα αναμένει με μεγάλο ενδιαφέρον τα επόμενα βήματα της έρευνας, καθώς η κατανόηση της σχέσης μεταξύ ντοπαμίνης, νευροτενσίνης και παχυσαρκίας θα μπορούσε να φέρει επανάσταση στις μεθόδους διαχείρισης βάρους και στη γενικότερη προσέγγιση της υγιεινής διατροφής.