Ο Πάμπλο Πικάσο είχε χαρακτηρίσει το έργο του Πιερ Μπονάρ ως «ένα ποτ πουρί αναποφασιστικότητας». Όμως, πόσο αναποφάσιστος μπορούσε να ήταν ο «ζωγράφος της ευτυχίας», όπως τον έχουν χαρακτηρίσει, όταν μέχρι το τέλος παρέμεινε πιστός στον τρόπο που ζωγράφιζε κι εκφραζόταν δημιουργικά. Και κυρίως, παρέμεινε με την ίδια γυναίκα, που δε σταμάτησε να είναι για εκείνον πηγή έμπνευσης και μοντέλο του για μισό αιώνα!

Η σχέση του Πιερ Μπονάρ με τη Μαρτ ντε Μελινί ήταν μια σχέση ζωής που σήκωσε πάνω της μια ολόκληρη καλλιτεχνική δημιουργία, του τολμηρού ζωγράφου. Ήταν και μια σχέση που γύρω της υπήρχε ένα μυστήριο και περισσότερο για τη «μούσα» του καλλιτέχνη, αφού οι ιστορίες για εκείνη ήταν πολλές και μέχρι σήμερα, κανείς δεν ξέρει ποιες είναι αληθινές και ποιες αποτελούν αστικό μύθο.

Και η νέα ταινία του Μαρτέν Προβόστ, η «Μούσα του Μπονάρ» περιγράφει την ιστορία της «γνωστής/άγνωστης» Μαρτ, της γυναίκας που λάτρεψε ο σπουδαίος ζωγράφος και εμφανίζεται στο 1/3 του έργου του.

Σύνοψη

Όταν ο γάλλος ζωγράφος Πιέρ Μπονάρ συνάντησε τη Μαρτ ντε Μελινί, δεν ήξερε ότι αυτή η αυτοαποκαλούμενη αριστοκράτης θα γινόταν ο ακρογωνιαίος λίθος της ζωής και του έργου του. Από εκείνη τη στιγμή, έγινε κάτι περισσότερο από μια μούσα για τον «ζωγράφο της ευτυχίας», εμφανιζόμενη σε περισσότερο από το ένα τρίτο του έργου του. Μαζί, έφτασαν στην καλλιτεχνική τους ολοκλήρωση χάρη σε μια πολύχρωμη αγάπη, διαφορετική από τα πρότυπα της εποχής τους, τρέφοντας το μεγάλο μυστήριο γύρω από τη σχέση τους.

Ποια ήταν τελικά, η Μαρτ Μπονάρ;

Μετά την ταινία «Το Χάρισμα της Σεραφίν», προσέγγισε τον σκηνοθέτη Μαρτέν Προβόστ, η μικρή ανιψιά της Μαρτ Μπονάρ, Πιερέτ Βερνόν. Του ζήτησε να κάνει μια ταινία για τη γιαγιά της, καθώς θεωρούσε ότι δεν είχε μια δίκαιη θέση στην ιστορία της τέχνης, αφού εξακολουθούσε να θεωρείται μια ενοχλητική γυναίκα, μια ζηλιάρα που είχε απομονώσει τον άντρα της στην εξοχή.

Όπως εξηγεί ο Προβόστ: «Εκείνη την εποχή, δεν είχα καμία διάθεση να κάνω άλλη μια ταινία για έναν ζωγράφο, αλλά τελικά πήγα να τη δω στο σπίτι της. Και ο καιρός πέρασε, έκανα άλλες ταινίες, αλλά κατά τη διάρκεια του lockdown, ήρθα σε άμεση επαφή με τη φύση, τον κήπο μου και την εξοχή, και ένιωσα πολλές φορές ότι βρίσκομαι σε έναν πίνακα του Μπονάρ».

«Κάποια στιγμή έπεσα πάνω στο Le Déjeuner, έναν πίνακα όπου η Μαρτ κάθεται στο τραπέζι μπροστά από μια τσαγιέρα, με το βλέμμα της χαμένο στο κενό. Αυτό που με εντυπωσίασε για πρώτη φορά ήταν ότι τα μάτια της Μαρτ ήταν ασαφή, σαν να είχε περάσει ο Πιερ το δάχτυλό του για να τα κάνει αόριστα. Ξεφύλλισα το βιβλίο και συνειδητοποίησα ότι παντού, το πρόσωπο της Μαρτ δεν ήταν ποτέ το ίδιο, και τα μάτια της σαν να ήταν σβησμένα. Τότε σκέφτηκα ότι δεν θα διηγηθώ την ιστορία της Μαρτ, αλλά εκείνη του ζευγαριού και του μυστηρίου τους», εξηγεί για το πώς αποφάσισε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη έναν μεγάλο και παρεξηγημένο έρωτά.

Η γνωστή/άγνωστη Μαρτ Μπονάρ

Η πρώτη γνωριμία τους έγινε σε ένα ανθοπωλείο. Ο ζωγράφος είδε μπροστά του μια νεαρή και ήταν σίγουρος από την πρώτη στιγμή πως ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Ξεπερνώντας τις συστολές του, την πλησίασε. Εκείνη του είχε πει τότε ψέματα για την ηλικία της, πως ήταν 16 ετών, ενώ στην πραγματικότητα ήταν σχεδόν συνομήλικοι.

Ο Μπονάρ ήταν τότε 24 ετών. Οι δυο τους έγιναν ζευγάρι και λίγα χρόνια μετά, παντρεύτηκαν. Στο πρόσωπο της Μαρ, ο ζωγράφος βρήκε τη γυναίκα της ζωής του και την «ισόβια» μούσα του. Μέχρι το τέλος, δεν θα σταματήσει να την ζωγραφίζει, αντλώντας τα θέματα από την καθημερινότητά τους. Το 1926 εγκαταστάθηκαν σε μία υπέροχη βίλα με έναν μεγάλο κήπο με πορτοκαλιές.

Εκεί, θα αντλεί τα θέματα για τους πίνακές του, από την καθημερινότητά τους. Η Μαρτ, άλλωστε, ήταν το μοντέλο του. Ωστόσο, την ίδια στιγμή οι «κακές γλώσσες» έλεγαν για την κυρία Μπονάρ πως έπασχε από διάφορες ασθένειες και εμμονές καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της και τα αντιμετώπιζε όλα αυτά με υδροθεραπεία.

Άλλοι την κατηγορούσαν πως η δική της η εσωστρέφεια και η απόσυρση από τα κοινά, συμπαρέσυρε και τον Μπονάρ, τον οποίο – έλεγαν – τον είχε κατά κάποιο τρόπο σε μια απομόνωση και τα συναισθήματά του γι’ αυτή την κατάσταση, αποτυπωνόταν στα ίδια τα έργα του και στα χρώματα που χρησιμοποιούσε.

Άλλοι την παρουσίαζαν ως νευρωτική και υπερβολικά ζηλιάρα, σε σημείο που να γίνεται μερικές φορές παρανοϊκή. Και άλλοι υποστήριζαν ότι οι αδιαθεσίες της οφείλονταν σε ένα είδος φυματίωσης. Αλήθεια ή όχι, θα το μάθουμε σύντομα στους κινηματογράφους!

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Μαρτέν Προβόστ
Με τους: Σεσίλ ντε Φρανς, Βενσάν Μακέν, Στέισι Μάρτιν, Ανούκ Γκρίνμπεργκ
Έτος: 2023
Διάρκεια: 122′
Από 1 Αυγούστου στους κινηματογράφους και σύντομα αποκλειστικά στο cinobo.com