Μία νεαρή γυναίκα που μετέβη στα επείγοντα περιστατικά κλαίγοντας, όταν ξύπνησε ανακάλυψε ότι το πόδι της είχε ακρωτηριαστεί, αφού περίμενε 16 ώρες για τη χειρουργική επέμβαση.
Η 26χρονη Μόλι Χάρμπρον δήλωσε ότι υπέφερε από έντονο πόνο, όταν πήγε στο νοσοκομείο Dewsbury and District στο Δυτικό Γιορκσάιρ.
Η γυναίκα, που εργαζόταν στο παρελθόν ως φροντίστρια, είχε νιώσει το πόδι και το πέλμα της να μουδιάζουν και να αλλάζουν χρώμα λόγω θρόμβων αίματος, συνειδητοποιώντας ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Η Χάρμπρον έλαβε αποζημίωση έξι ψηφίων, καθώς οι γιατροί παραδέχτηκαν ότι ο ακρωτηριασμός πιθανότατα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν είχε υποβληθεί σε χειρουργείο μέχρι τις 9 μ.μ. της ίδιας ημέρας.
Όταν εισήχθη στα επείγοντα στις 25 Απριλίου 2020, στις 11:30 π.μ., ήταν 22 χρονών. Ανέφερε μούδιασμα και ψυχρότητα στο αριστερό της πόδι και αλλαγή χρώματος στο πέλμα της. Οι γιατροί υποψιάστηκαν εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, αλλά δεν πραγματοποίησαν τις απαραίτητες εξετάσεις.
Λίγο περισσότερο από μία μέρα αργότερα, η Χάρμπρον ξύπνησε από την επέμβαση και ανακάλυψε τον ακρωτηριασμό.
«Όταν ξύπνησα, ο χειρουργός μού έδειξε ότι είχαν ακρωτηριάσει το πόδι μου. Όμως δεν το πίστευα αμέσως, γιατί ακόμη μπορούσα να το νιώσω. Όταν το συνειδητοποίησα, κατέρρευσα και ξέσπασα σε κλάματα», ανέφερε.
«Προηγουμένως πονούσα πολύ και ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Έκλαιγα στη μητέρα μου και της ζήτησα να με πάει στο νοσοκομείο. Το μόνο που θυμάμαι είναι η καθυστέρηση και να ξυπνάω μετά από το χειρουργείο», συμπλήρωσε.
Όπως αναφέρει η Daily Mail, πριν από τον ακρωτηριασμό, η ζωή της ήταν δραστήρια: έκανε τζόκινγκ τρεις φορές την εβδομάδα και είχε μια απαιτητική σωματικά εργασία που αγαπούσε. «Μετά από αυτό, ένιωθα ότι η ζωή δεν είχε πλέον νόημα. Δεν μπορούσα να αποδεχτώ την απώλεια του ποδιού μου και ήθελα να προχωρήσω νομικά για να μην συμβεί σε κανέναν άλλον».
Το νοσοκομείο παραδέχτηκε ότι η Χάρμπρον θα μπορούσε να είχε αποφύγει τον ακρωτηριασμό, αν η επέμβαση είχε γίνει μέχρι τις 9 μ.μ. Ωστόσο, καθυστέρησε μέχρι τη 1:30 μ.μ. της επόμενης ημέρας, με αποτέλεσμα οι γιατροί να μην καταφέρουν να αποκαταστήσουν την κυκλοφορία του αίματος.
Παρέμεινε στο νοσοκομείο 18 ημέρες μετά την επέμβαση και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη δουλειά της. Χρειαζόταν βοήθεια για να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες του διαμερίσματός της στον πρώτο όροφο.
Αναζήτησε νομική υποστήριξη από τη δικηγορική εταιρεία Irwin Mitchell, η οποία διερεύνησε την υπόθεσή της έναντι του Mid Yorkshire Teaching NHS Trust, που παραδέχθηκε αμέλεια.
Έναν μήνα μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, γνώρισε τον σύζυγό της, Ντάνιελ. Το ζευγάρι παντρεύτηκε και εκείνη περπάτησε στην τελετή με τη βοήθεια προσθετικού μέλους.
Όμως, όπως ανέφερε, το πρώτο τεχνητό μέλος που της δόθηκε από το NHS δεν ταίριαζε στο σώμα της και ένιωθε άβολα. Ωστόσο, με την ενδιάμεση αποζημίωση που έλαβε, μετακόμισε σε ένα ισόγειο σπίτι και απέκτησε ένα ειδικά σχεδιασμένο μέλος.

«Η πρώτη προσθετική ήταν εξαιρετικά άβολη. Δεν μπορούσα να τη φορέσω για πάνω από μία ώρα. Το νέο τεχνητό μέλος, όμως, προσαρμόζεται τέλεια στο σώμα μου και με βοηθά να περπατώ φυσιολογικά», ανέφερε.
«Τώρα μπορώ να κατεβαίνω σκάλες, να πηγαίνω για ψώνια, να οδηγώ και ελπίζω κάποια στιγμή να ξανατρέξω. Έχει αλλάξει τη ζωή μου και νιώθω ξανά φυσιολογική. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα έχω τη ζωή που έχω τώρα. Έχω έναν υπέροχο σύζυγο, μια καταπληκτική οικογένεια. Νόμιζα ότι η ζωή μου θα ήταν μόνο σε αναπηρικό αμαξίδιο, μέχρι που κατάλαβα ότι μπορώ να κάνω τα πάντα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Με τη δημοσιοποίηση της ιστορίας της, ελπίζει να βοηθήσει άλλους ανθρώπους που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση και να συμβάλει στη βελτίωση της ιατρικής περίθαλψης. «Αυτό που μου συνέβη θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί και θέλω να αποτρέψω να συμβεί σε κάποιον άλλον», λέει.
Οι δικηγόροι της συνεχίζουν να διαπραγματεύονται μια τελική αποζημίωση που θα καλύψει τη διά βίου υποστήριξη, τη φυσικοθεραπεία και τη συντήρηση της προσθετικής.