Η καινοτομία και η εφευρετικότητα είναι καθοριστικοί παράγοντες όχι μόνο για την επιβίωση μιας επιχείρησης αλλά και για την εμπορική της επιτυχία. Τι συμβαίνει, όμως, όταν άλλοτε επαναστατικές και πρωτοποριακές εταιρείες εφησυχάζουν και αρνούνται να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, παραμένοντας προσκολλημένες στο ένδοξο παρελθόν τους;
Blockbuster
Τα Blockbuster υπήρξαν η μεγαλύτερη αλυσίδα ενοικίασης βίντεο στον κόσμο, με χιλιάδες καταστήματα παγκοσμίως. Η αδυναμία τους όμως να προσαρμοστούν στην ψηφιακή εποχή οδήγησε στη ραγδαία πτώση τους. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η είσοδος στην αγορά διαδικτυακών πλατφορμών streaming όπως το Netflix σηματοδότησαν μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι απολαμβάνουν τις ταινίες και τις τηλεοπτικές εκπομπές.

Ωστόσο, το Netflix δεν ήταν πάντα ο κολοσσός της ψυχαγωγίας που είναι σήμερα. Το 2000 ήταν μια μη κερδοφόρα νεοσύστατη επιχείρηση που προσέφερε ενοικιάσεις DVD μέσω ταχυδρομείου σε μια προσπάθεια να ανατρέψει το επιχειρηματικό μοντέλο των Blockbuster. Ο Marc Randolph, ο οποίος συνίδρυσε το Netflix μαζί με τον Reed Hastings το 1997, ανέφερε στο Fortune πως το 2000 προσπάθησαν να πουλήσουν την επιχείρησή τους στα Blockbuster για 50 εκατομμύρια δολάρια. Η εταιρεία απέρριψε κατηγορηματικά την πρότασή τους, καθώς ο John Antioco, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Blockbuster, θεωρούσε το Netflix μια εξειδικευμένη επιχείρηση και είχε δηλώσει ότι «η υστερία των dot-com είναι εντελώς υπερβολική».
«Νομίζω ότι το πιο σημαντικό μάθημα -ένα μάθημα που τα Blockbuster έμαθαν πολύ αργά- είναι απλώς το εξής: «Αν δεν είστε πρόθυμοι να αναστατώσετε τον εαυτό σας, θα υπάρχει πάντα κάποιος πρόθυμος να αναστατώσει την επιχείρησή σας για εσάς», δήλωσε ο Randolph.

Τα Blockbuster αντί λοιπόν να «αναστατωθούν» και να κοιτάξουν προς το μέλλον συνέχισαν να επικεντρώνονται σε ένα μοντέλο ενοικίασης από φυσικά καταστήματα, το οποίο ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 φαινόταν πως είναι παρωχημένο. Μέχρι το 2010, η εταιρεία Blockbuster είχε καταθέσει αίτηση πτώχευσης και τα εναπομείναντα καταστήματά της άρχισαν σιγά σιγά να κλείνουν. Η αποτυχία να εξελιχθεί και να εισέλθει δυναμικά στην ψηφιακή εποχή αναφέρεται συχνά ως μία από τις σημαντικότερες επιχειρηματικές αποτυχίες του 21ου αιώνα.
Kodak
Η Eastman Kodak ήταν ο παγκόσμιος ηγέτης στη βιομηχανία φιλμ για το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα και υπήρξε συνώνυμο της φωτογραφίας. Σε όλες τις διακοπές ή ειδικές περιστάσεις πάντα υπήρχε μία μηχανή Kodak, είτε αυτή ήταν επαγγελματική είτε από αυτές που μπορούσαν να βγάλουν μερικές μόνο φωτογραφίες.

Ωστόσο, η εταιρεία απέτυχε να προσαρμόσει το επιχειρηματικό μοντέλο της και, καθώς οι ψηφιακές φωτογραφίες άρχιζαν να αποκτούν δημοτικότητα, εκείνη συνέχισε να προωθεί προϊόντα που βασίζονταν στο φιλμ. Όταν η πολυεθνική κατάλαβε το λάθος της, ήταν πλέον πολύ αργά με τους ανταγωνιστές της να έχουν πλέον το προβάδισμα.
Η Kodak κατέθεσε αίτηση πτώχευσης το 2012, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής για τον κλάδο της φωτογραφίας. Τα τελευταία χρόνια η εταιρεία έχει προσπαθήσει να επανέλθει στο προσκήνιο εστιάζοντας στην ψηφιακή εκτύπωση και τις τεχνολογικές υπηρεσίες, ωστόσο οι μέρες που σχεδόν κάθε φωτογραφική μηχανή είχε πάνω την «υπογραφή» της είναι πλέον μια μακρινή ανάμνηση.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η Kodak ήταν που εφηύρε την πρώτη ψηφιακή φωτογραφική μηχανή το 1975, αλλά δεν υιοθέτησε την τεχνολογία, διότι φοβήθηκε ότι θα κανιβαλιζόταν η εξαιρετικά κερδοφόρα βιομηχανία του φιλμ.
Toys «R» Us
Τα Toys «R» Us ήταν για δεκαετίες ένας γίγαντας στη βιομηχανία των παιχνιδιών, ωστόσο δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στο μεταβαλλόμενο τοπίο του λιανικού εμπορίου που επέφερε η άνοδος του ηλεκτρονικού εμπορίου. Η εταιρεία δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί την Amazon και τη διευκόλυνση που προσέφερε στους πελάτες της.

Ενώ μεγάλο πλήγμα για το επιχειρηματικό μοντέλο της ήταν το γεγονός πως μεγάλες αμερικανικές αλυσίδες λιανικής πώλησης, όπως τα Walmart και τα Target, άρχισαν να προσφέρουν παρόμοιες επιλογές παιχνιδιών σε χαμηλότερες τιμές.
Οι οικονομικές προκλήσεις που αντιμετώπιζε λόγω του τεράστιου χρέους που καλούνταν να αποπληρώσει μετά από μία εξαγορά το 2005 σε συνδυασμό με την αδυναμία της να προσαρμοστεί στις σύγχρονες τάσεις του λιανεμπορίου την οδήγησαν τελικά να καταθέσει αίτηση πτώχευσης. Τα Toys «R» Us έκλεισαν οριστικά τις πόρτες της στις ΗΠΑ το 2018, παρόλο που έχουν καταβληθεί προσπάθειες για την αναβίωση της μάρκας.
Panasonic
Η Panasonic υπήρξε από τους σημαντικότερους παίκτες στην αγορά των τηλεοράσεων και κάποτε θεωρούνταν δεδομένο πως θα παίξει καθοριστικό ρόλο στο μέλλον της οικιακής ψυχαγωγίας.

Ωστόσο, καθώς τηλεοράσεις με τεχνολογία LED και OLED άρχισαν να εμφανίζονται σε όλο και περισσότερα σπίτια, η Panasonic συνέχισε να πουλάει τηλεοράσεις πλάσματος, οι οποίες είχαν περιορισμούς όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση και την ποιότητα της εικόνας.
Η απόφαση της εταιρείας να συνεχίσει να επενδύει σε μεγάλο βαθμό στην τεχνολογία πλάσματος οδήγησε σε οικονομικές απώλειες, με αποτέλεσμα το 2013 η Panasonic να ανακοινώσει ότι κλείνει οριστικά το τμήμα τηλεοράσεων πλάσματος.
Yahoo
Η Yahoo ήταν κάποτε ο ιστότοπος με τις περισσότερες επισκέψεις στον κόσμο και κυρίαρχη δύναμη στις υπηρεσίες διαδικτύου, όπως η αναζήτηση, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και οι ειδήσεις. Μια κομβική στιγμή που οδήγησε αργότερα στην κατάρρευση της εταιρείας ήταν η απόφασή της να αρνηθεί την ευκαιρία να εξαγοράσει την Google στα σπάργανά της.

Το 1998, οι ιδρυτές της Google, Λάρι Πέιτζ και Σεργκέι Μπριν, προσέγγισαν τη Yahoo προτείνοντάς της να αγοράσει την εταιρεία τους, αντί μόλις 1 εκατ. δολαρίων, καθώς ήθελαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Η Yahoo αρνήθηκε, ενώ σήμερα η Google αποτελεί μία υπερδύναμη της αναζήτησης.
Επιπρόσθετα δεν κατάφερε να ανταγωνιστεί το Facebook και το Twitter στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι, μετά από αρκετές αποτυχημένες αλλαγές στην ηγεσία και προσπάθειες πώλησης της εταιρείας, η Yahoo εξαγοράστηκε τελικά από τη Verizon το 2017, βάζοντας τέλος στην άλλοτε κυρίαρχη παρουσία της στο διαδίκτυο, η οποία επισκιάστηκε από την έλλειψη σαφών στόχων και την αδυναμία αξιοποίησης των πλεονεκτημάτων.

Nokia
Η Nokia αποτέλεσε τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη στα κινητά τηλέφωνα, με μερίδιο αγοράς που ξεπερνούσε κατά πολύ τους ανταγωνιστές της. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το θρυλικό nokia 3310, ένα κινητό που ήταν κυριολεκτικά άφθαρτο, ενώ ακόμα και σήμερα, αν το βρεις ξεχασμένο σε κάποια γωνία και το ανοίξεις, θα έχει πάνω από τη μισή του μπαταρία. Παρ’ όλα τα θετικά στοιχεία των κινητών της η εταιρεία απέτυχε να αναγνωρίσει τη σημασία των smartphones.

Όταν η Apple κυκλοφόρησε το επαναστατικό, για τα δεδομένα της εποχής, iPhone το 2007, έφερε τα πάνω κάτω στην αγορά με το τότε νέο περιβάλλον αφής και το οικοσύστημα εφαρμογών της. Η Nokia, η οποία στηριζόταν στο ξεπερασμένο λειτουργικό της σύστημα Symbian, δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει υπέρ της την ηγετική της θέση στον χώρο και δεν κατάφερε να ικανοποιήσει την τεράστια ζήτηση που είχε δημιουργηθεί για αυτά τα νέα smartphones.
Παρά τις προσπάθειες της να καινοτομήσει με τη σειρά Nokia Lumia, η εταιρεία δεν μπόρεσε να ανακτήσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα, με αποτέλεσμα το 2014 να πουλήσει το τμήμα κινητών τηλεφώνων της στη Microsoft, η οποία τελικά διέκοψε την εμπορική επωνυμία.
Αργοπορημένες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, κακές οικονομικές αποφάσεις και η αποτυχία προσαρμογής σε νέες καταστάσεις ή εκμετάλλευσης ενός ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος είναι οι πιο συνηθισμένοι λόγοι για τους οποίους μπορεί να αποτύχει μία επιχείρηση. Συνεπώς, μια εταιρεία, ακόμα και αν καταλαμβάνει δεσπόζουσα θέση σε έναν κλάδο, είναι απαραίτητο συνεχώς να «αφουγκράζεται» το περιβάλλον της, να παραμένει σε εγρήγορση και να μην τσιγκουνεύεται τα έξοδα για έρευνα και ανάπτυξη, διότι σε διαφορετική περίπτωση αργά ή γρήγορα θα βρεθεί κάποιος να την εκθρονίσει.