Οι αλλαγές στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και στη διαδικασία υπολογισμού των συντάξεων αναμένονται να τεθούν σε πλήρη εφαρμογή μετά το 2027, λόγω της επιδεινούμενης δημογραφικής κατάστασης. Η υφιστάμενη νομοθεσία προβλέπει την επανεξέταση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης κάθε τρία χρόνια, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές στο προσδόκιμο ζωής και στο δημογραφικό τοπίο της χώρας. Με αυτά τα δεδομένα, είναι σαφές ότι τα όρια συνταξιοδότησης θα προσαρμοστούν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης του προσδόκιμου ζωής.

Η κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι τα όρια συνταξιοδότησης θα παραμείνουν αμετάβλητα μέχρι το 2027, με τους αρμόδιους παράγοντες να επαναξιολογούν τα δεδομένα το 2026, προκειμένου να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις του δημογραφικού προβλήματος. Τα όρια συνταξιοδότησης και η αναπλήρωση των συντάξεων αποτελούν βασικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, το οποίο αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, καθώς η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους συνεχώς μειώνεται.

Η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους είναι ένας σημαντικός δείκτης της υγείας του ασφαλιστικού συστήματος. Σήμερα, για κάθε συνταξιούχο αντιστοιχούν μόλις 1,6 εργαζόμενοι, και η μείωση αυτής της αναλογίας αναμένεται να συνεχιστεί, φτάνοντας το 1,25 προς 1 το 2030. Αυτό σημαίνει μείωση των εισφορών στο σύστημα, την οποία θα κληθούν να καλύψουν οι εργαζόμενοι και οι φορολογούμενοι. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, για να παραμείνει βιώσιμο το σύστημα, η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 προς 1.

Η κυβέρνηση, αν και έχει αναγνωρίσει τη σοβαρότητα της κατάστασης, ήδη συζητά μέτρα για την ενίσχυση του ασφαλιστικού συστήματος. Αυτά τα μέτρα περιλαμβάνουν την αύξηση του γενικού ορίου συνταξιοδότησης, την παράταση του ασφαλιστικού και εργασιακού βίου, καθώς και τη μείωση των ποσοστών αναπλήρωσης των συντάξεων. Ο Υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης, Π. Τσακλόγλου, δήλωσε ότι τα μέτρα αυτά ενδέχεται να εφαρμοστούν μετά το 2027, ανάλογα με την εξέλιξη του δημογραφικού και του προσδόκιμου ζωής.

Οι συνέπειες του δημογραφικού προβλήματος

Η ανάγκη για αλλαγές αποτυπώνεται και στην αναλογιστική μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, η οποία αναδεικνύει τις συνέπειες του δημογραφικού προβλήματος και την παρατεινόμενη γήρανση του πληθυσμού. Η μελέτη αναφέρει ότι το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται συνεχώς, ενώ οι γεννήσεις παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Αυτή η αύξηση του προσδόκιμου ζωής συνδυάζεται με τη γήρανση του πληθυσμού και τη μείωση του εργατικού δυναμικού, γεγονός που αναμένεται να φέρει σημαντικές αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα και στην ηλικία συνταξιοδότησης. Σύμφωνα με την αναλογιστική μελέτη, προτείνεται η αύξηση της θεσμοθετημένης ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 67,5 έτη για όσους έχουν 40 χρόνια ασφάλισης, ενώ το γενικό όριο συνταξιοδότησης των 67 ετών ενδέχεται να φτάσει τα 72,5 έτη το 2070.

Η μελέτη επισημαίνει, επίσης, ότι το ποσοστό αναπλήρωσης των συντάξεων αναμένεται να μειωθεί σημαντικά λόγω των δημογραφικών εξελίξεων. Από το 76% του εισοδήματος που ήταν το 2022, το ποσοστό αναπλήρωσης αναμένεται να μειωθεί στο 65% το 2040 και στο 53% το 2070, κάτι που θα έχει σοβαρές συνέπειες για τους συνταξιούχους.

Η αναλογία των συνταξιούχων προς εργαζομένους, η οποία είναι σήμερα 1,66 εργαζόμενοι για κάθε συνταξιούχο, αναμένεται να μειωθεί στο 1,25 το 2040 και πιθανώς στο 1 προς 1 το 2070. Αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα για την οικονομική βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και τονίζει την ανάγκη για σημαντικές μεταρρυθμίσεις.

Η εικόνα αυτή καταδεικνύει την κρισιμότητα του δημογραφικού προβλήματος στην Ελλάδα και την επιτακτική ανάγκη για άμεσες μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Στην παρούσα κατάσταση, με τη γήρανση του πληθυσμού και τη μείωση της γεννητικότητας, το ασφαλιστικό σύστημα αναγκάζεται να προσαρμοστεί σε νέες και δύσκολες συνθήκες. Οι αλλαγές που θα επιβληθούν θα επηρεάσουν αναμφίβολα την καθημερινότητα των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων, καθώς και τις οικονομικές και κοινωνικές ισορροπίες της χώρας.