Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Τετάρτη έναν νέο γύρο παγκόσμιων δασμών, επιβάλλοντας ελάχιστο τέλος 10% σε αγαθά που εισάγονται από χώρες όλου του κόσμου, δηλώνοντας ότι ελπίζει πως αυτό θα ενισχύσει την αμερικανική οικονομία και θα διορθώσει αυτό που ονομάζει «άδικες εμπορικές πρακτικές».

Στις δηλώσεις του την Τετάρτη, ο Τραμπ ανέφερε ότι η Μεγάλη Ύφεση «δεν θα είχε συμβεί ποτέ» αν οι ΗΠΑ διατηρούσαν ισχυρή πολιτική δασμών εκείνη την περίοδο. Η κυβέρνηση τότε «προσπάθησε να επαναφέρει τους δασμούς για να σώσει τη χώρα μας, αλλά ήταν ήδη αργά», πρόσθεσε.

Ωστόσο, αυτές οι δηλώσεις είναι ανακριβείς, όπως επισημαίνει μιλώντας στο CNBC, ο Ντιν Μπέικερ, ανώτερος οικονομολόγος και συνιδρυτής του Κέντρου Οικονομικών και Πολιτικών Ερευνών.

«Δεν είχαμε καταργήσει τους δασμούς πριν από τη Μεγάλη Ύφεση», δήλωσε. «Υπήρξε μια ήπια μείωση, και αυτή έγινε δεκαετίες νωρίτερα».

Το Κογκρέσο πράγματι ψήφισε τον Νόμο Δασμών Smoot-Hawley το 1930, αυξάνοντας τους δασμούς με σκοπό την ενίσχυση των δημοσίων εσόδων και τον τερματισμό της Ύφεσης, όμως ιστορικοί και οικονομολόγοι συμφωνούν ευρέως ότι ο νόμος είχε το αντίθετο αποτέλεσμα: επιδείνωσε την κρίση και αύξησε τις τιμές.

«Δεν έχω κυριολεκτικά ακούσει ποτέ κανέναν να υποστηρίζει (ότι η έλλειψη δασμών προκάλεσε την Ύφεση) και δεν μπορώ καν να φανταστώ πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει κάτι τέτοιο», είπε ο Μπέικερ.

Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο.

Τι προκάλεσε πραγματικά τη Μεγάλη Ύφεση

Οι ιστορικοί επισημαίνουν διάφορους παράγοντες που συνέβαλαν στη Μεγάλη Ύφεση. Μεταξύ αυτών ήταν το κραχ του χρηματιστηρίου το 1929, που οφειλόταν σε υπερπαραγωγή σε κάποιους κλάδους μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη νομισματική πολιτική που αποσκοπούσε στον περιορισμό της κερδοσκοπίας, σύμφωνα με ιστορική ανάλυση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.

Οι προσπάθειες της Fed να περιορίσει την επενδυτική φούσκα σήμαιναν λιγότερο δανεισμό από τους καταναλωτές, γεγονός που οδήγησε σε μείωση της οικονομικής δραστηριότητας.

Λίγο πριν την Ύφεση, οι δασμοί ήταν σχετικά χαμηλοί, σημειώνει ο Μπέικερ. Οι ΗΠΑ είχαν αρχίσει να εισπράττουν ομοσπονδιακούς φόρους εισοδήματος από το 1913 για να μειώσουν την εξάρτησή τους από τους δασμούς, οι οποίοι προηγουμένως αντιπροσώπευαν έως και το 90% των δημοσίων εσόδων, σύμφωνα με τον οικονομολόγο Ντάγκλας Έργουιν του Dartmouth College.

Μετά την εισαγωγή του φόρου εισοδήματος, οι δασμοί αποτελούσαν λιγότερο από το 20% των δημοσίων εσόδων μέχρι το 1930, σύμφωνα με το Συμβούλιο Οικονομικών Συμβούλων κατά τη διοίκηση του Προέδρου Τζο Μπάιντεν.

Οι δασμοί δεν την ανέκοψαν

Όταν η Γερουσία πέρασε τον Νόμο Smoot-Hawley το 1930, οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς σε χιλιάδες εισαγόμενα αγαθά προσπαθώντας να στηρίξουν τους Αμερικανούς αγρότες, που δυσκολεύονταν να ανταγωνιστούν μετά την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής.

Προηγούμενοι δασμοί στόχευαν κυρίως τη γεωργία, αλλά ο Smoot-Hawley πήγε ένα βήμα παραπέρα, αυξάνοντας τους δασμούς «σε όλους τους τομείς της οικονομίας», σύμφωνα με το Γραφείο Ιστορικού του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Ωστόσο, αυτοί οι δασμοί προκάλεσαν εμπορικό πόλεμο, καθώς άλλες χώρες ανταποκρίθηκαν αυξάνοντας τους δικούς τους δασμούς κατά των ΗΠΑ, γεγονός που τελικά πάγωσε το διεθνές εμπόριο, σύμφωνα με το Ιστορικό Γραφείο της Γερουσίας.

Το παγκόσμιο εμπόριο ανατράπηκε και η Ύφεση επιδεινώθηκε καθώς αυξήθηκαν οι τιμές βασικών αγαθών όπως τα τρόφιμα.

«Σχεδόν όλοι οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι οι δασμοί Smoot-Hawley το 1930 έκαναν τη Μεγάλη Ύφεση χειρότερη», δήλωσε ο Μπέικερ. Ακόμη και τότε, περισσότεροι από 1.000 οικονομολόγοι υπέγραψαν αίτημα προτρέποντας τον Πρόεδρο Χούβερ να μην υπογράψει το νομοσχέδιο – όμως εκείνος το υπέγραψε.

Φτάνοντας στο 2025, οι ειδικοί λένε ότι η οικονομία των ΗΠΑ βρίσκεται σε καλύτερη θέση από ό,τι πριν από 100 χρόνια, ωστόσο οι νέοι δασμοί του Τραμπ ήδη απειλούν την μελλοντική ανάπτυξη και «αυξάνουν δραματικά τον κίνδυνο ύφεσης», προειδοποιεί ο Μπέικερ.

«Πέρνουν λεφτά κατευθείαν από τις τσέπες των πολιτών»

Οι δασμοί μπορούν να συμβάλουν σε ύφεση με διάφορους τρόπους, τονίζει ο Μπέικερ. Καταρχάς, λειτουργούν σαν πρόσθετος φόρος για τους καταναλωτές. «Είναι χρήμα που βγαίνει κατευθείαν από τις τσέπες των πολιτών, αφήνοντάς τους με λιγότερα για κατανάλωση», σημειώνει.

Εκτός από την καταναλωτική πίεση και αβεβαιότητα, οι επιχειρήσεις μπορεί να περιορίσουν τις επενδύσεις μέχρι να έχουν σαφέστερη εικόνα για την επίδραση των δασμών και τη διάρκειά τους.

«Πολλοί έσπευσαν να αγοράσουν προϊόντα υψηλού κόστους όπως αυτοκίνητα και οικιακές συσκευές για να προλάβουν τους δασμούς», προσθέτει ο Μπέικερ. Αναμένει ότι τέτοιες δαπάνες θα επιβραδυνθούν, καθώς οι καταναλωτές δεν πρόκειται να κάνουν ξανά τέτοιες αγορές σύντομα.

Επιπλέον, «αυτή η πολιτική δεν είναι πιθανό να έχει πολλούς κερδισμένους», σχολιάζει. «Πάντα θα υπάρχουν κάποιες επιχειρήσεις που ωφελούνται από εμπορικά εμπόδια, αλλά αυτές θα είναι η μειοψηφία». Οι εταιρείες που δεν εξαρτώνται από εισαγόμενα υλικά μπορεί να αντέξουν καλύτερα, αλλά αποτελούν «μια σχετικά μικρή ομάδα», καταλήγει