Ο Γρηγόρης Αρναούτογλου, σε μια ειλικρινή εξομολόγηση καλεσμένος του Θοδωρή Αθερίδη στην διαδικτυακή του εκπομπή «Λόγος Ύπαρξης», μιλά για την ευτυχία, τον εγωισμό, την πίστη και την προσωπική του πορεία. Ο παρουσιαστής δεν διστάζει να αποκαλύψει τις δύσκολες στιγμές που έχει βιώσει, αλλά και τις πολύτιμες εμπειρίες αυτογνωσίας που τον έχουν διαμορφώσει.
Μεταξύ άλλων, ο Γρηγόρης Αρναούτογλου μοιράζεται μια συγκλονιστική ιστορία από το Άγιο Όρος, μια εμπειρία που τον σημάδεψε και τον έκανε να δει τη ζωή με διαφορετικό τρόπο
«Το μεγαλύτερο χαστούκι το έφαγα στο Άγιο Όρος. Πηγαίνω στη Μονή Κουτλουμουσίου και εκεί υπάρχει ένας άνθρωπος που με σκάλα κάνει αγιογραφίες στην τράπεζα. Η ζωγραφιά είναι καταπληκτική, έχω μείνει άναυδος. Νεαρός μοναχός 22 – 23 ετών. Α, λέω τι καταπληκτική ζωγραφιά είναι αυτή που κάνετε; Γυρίζει λίγο ενοχλημένος και μου λέει: Κύριε δεν ζωγραφίζω εγώ, και συνεχίζει.
Λέω κύριε δεν καταλάβατε μάλλον τι σας είπα: Ζωγραφίζετε καταπληκτικά, είναι η ωραιότερη ζωγραφιά που έχω δει. Πολύ θυμωμένος μου λέει: Κύριε, τι δεν καταλαβαίνετε; Σας είπα δεν ζωγραφίζω εγώ. Λέω είναι τρελός. Βγαίνω έξω στον πάτερ που μας είχε φέρει από τη Μονή της Λαύρας, του λέω είναι μέσα ένας τρελός που είναι πάνω σε μια σκάλα και ζωγραφίζει και ενώ συνεχίζει και ζωγραφίζει μου λέει δεν ζωγραφίζω εγώ.
Μου απαντάει: Αχ Γρηγόρη μου, Γρηγόρη μου, ότι χειρότερο μπορούσες να του κάνεις ήταν αυτό. Αυτός θα σε θυμάται για πάντα. Αυτός ο άνθρωπος είναι εδώ μέσα για αυτό που του έκανες τώρα. Ξέρει ότι ζωγραφίζει ωραία και προσπαθεί να πολεμήσει το εγώ του και να πει ότι μέσα από τον Θεό γίνεται όλη αυτή η δουλειά.
Και λέω αν αυτός ο ζωγράφος λέει ότι δεν ζωγραφίζει ο ίδιος, εγώ αυτός ο τιποτένιος παρουσιαστής, μέτριος, που πάω και λέω τι ωραία που κάνω μια παρουσίαση; Και από τότε όταν κάποιος μου λέει : τι ωραίος παρουσιαστής είσαι, απαντάω ο Θεός. Παλεύω με το μέσα μου. Είναι τόσο εύκολο λίγο να τρελαθείς να την ακούσεις να γίνεις κακός, αχάριστος αν αφήσεις αυτό το «τι καλός που είμαι»
Πριν πάω εκεί, πέρναγα από μια σκήτη και είχα δει έναν 20χρονο και έναν 25χρονο να σκάβουν τους τάφους τους. Τους σκάβουμε για να μην κουράσουμε τους άλλους μου είπαν με μεγάλη χαρά. Ναι, λέω αλλά πότε… Λέει φεύγουμε, φεύγουμε. Μετά από πολλά χρόνια κατάλαβα τη χαρά τους για να φύγουν.»