Το λόγο που δεν έγινε σημαιοφόρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Παρίσι αποκάλυψε σε συνέντευξη της η Μαρία Σάκκαρη.

Η ελληνίδα τενίστρια δήλωσε ότι «η μεγαλύτερη στιγμή στην καριέρα της», καταστράφηκε εξαιτίας της σχέσης της με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Αποκάλυψε λοιπόν ότι η ΕΟΕ αποφάσισε να μην την επιλέξει τελικά, αν και της έγινε η πρόταση να είναι στο πλευρό του Γιάννη Αντεκοπούνμπο και πως όλα καταστράφηκαν για πολιτικούς λόγους.

«Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο έχουν διαφόρων ειδών προβλήματα, και αυτό πιθανώς για κάποιον δεν είναι τίποτα. Αλλά για μένα, είμαι μια πολύ υπερήφανη Ελληνίδα. Έτσι, όταν μεγάλωνα, το να είμαι σημαιοφόρος της χώρας μου ήταν το νούμερο ένα όνειρό μου. Έτσι, όταν μου τηλεφώνησαν ότι θα ήμουν δίπλα στον Γιάννη Αντετοκούνμπο, είπα: «Ουάου, αυτό είναι το μεγαλύτερο πράγμα που έχει συμβεί ποτέ στην καριέρα μου». Μετά όλα καταστράφηκαν εξαιτίας της σχέσης μου, για πολιτικούς λόγους. Αυτό με πλήγωσε πραγματικά, γιατί πιστεύω ότι κάθε αθλητής αξίζει να είναι σημαιοφόρος. Όπως και στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όλοι το αξίζουν το ίδιο», είπε αρχικά η Μαρία Σάκκαρη.

«Ήμουν δυστυχισμένη στο Παρίσι. Μισούσα κάθε λεπτό»

Ένιωσα ότι δεν ήταν επειδή δεν είμαι καλή τενίστρια, αλλά επειδή κάποιοι άνθρωποι δεν ήθελαν να με υποστηρίξουν εξαιτίας του ανθρώπου με τον οποίο έχω σχέση. Και για να είμαι ειλικρινής, έχω τον καλύτερο σύντροφο στον κόσμο. Είμαι τόσο χαρούμενη που είναι μέρος της ζωής μου και δεν θα τον άλλαζα, ό,τι και να γίνει – δεν με νοιάζει. Έχει υπάρξει ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου και στην καριέρα μου.

Οπότε ήταν δύσκολο. Νομίζω ότι ο τραυματισμός μου ήταν δύσκολος σωματικά και επίσης ψυχολογικά, ήμουν απλά συντετριμμένη. Δεν μπορούσα να το αντέξω. Ήμουν δυστυχισμένη στο Παρίσι. Μισούσα κάθε λεπτό. Και υποτίθεται ότι είσαι στη μεγαλύτερη γιορτή του αθλητισμού και είσαι απλά εκεί, δυστυχισμένη. Απλά δεν μπορούσα. Ναι, ήταν δύσκολο. Πιστεύω ότι η πολιτική πρέπει να μείνει έξω από τον αθλητισμό. Υπάρχουν αθλητές που ψηφίζουν το ένα ή το άλλο κόμμα, δεν έχει σημασία γιατί εκπροσωπούν τη χώρα, ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις τους».