Η Κρίστα Πάικ έχει αρχίσει να μιλά και να καταφέρνει πλέον να κάνει ολοκληρωμένες προτάσεις, λίγο σχεδόν έναν μήνα μετά την αποτυχημένη απόπειρα εκτέλεσής της στο Τενεσί, όπως αποκάλυψαν την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου οι δικηγόροι της.
Η 50χρονη καταδικασμένη για φόνο παρουσιάζει επίσης βελτίωση στην κινητικότητά της, αφού κατάφερε να επιβιώσει από τη χορήγηση δύο δόσεων πεντοβαρβιτάλης, ενός φαρμάκου που χρησιμοποιείται σε θανατηφόρες ενέσεις, στις 30 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με δηλώσεις ενός εκ των συνηγόρων της στο TMZ την Τετάρτη.
Όπως αναφέρεται, μπορεί πλέον να περπατά καλύτερα χωρίς βοήθεια, ενώ η ομιλία της έχει παρουσιάσει αισθητή βελτίωση.
Ωστόσο, το ιατρικό προσωπικό εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά τις γνωστικές λειτουργίες και την ψυχολογική της κατάσταση, σύμφωνα με τους δικηγόρους της.
Όπως ανέφερε ο συνήγορός της, ενδέχεται να χρειαστεί περισσότερο από ένας μήνας μέχρι να αποσαφηνιστούν οι πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που μπορεί να έχει υποστεί από την αποτυχημένη εκτέλεση.
Η Πάικ θα γινόταν η πρώτη γυναίκα που θα εκτελούνταν στην πολιτεία του Τενεσί εδώ και 200 χρόνια. Αντί γι’ αυτό, έγινε η πρώτη κρατούμενη που επέζησε από θανατηφόρα ένεση.
Μετά την αποτυχημένη διαδικασία, μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε κοντινό νοσοκομείο για περίθαλψη. Λιγότερο από μία εβδομάδα αργότερα, είχε ανακτήσει τις αισθήσεις της και μπορούσε να μιλήσει.
Αρχικά, οι δικηγόροι της είχαν ενημερωθεί ότι η Πάικ ήταν εγκεφαλικά νεκρή και ότι σύντομα θα διακοπτόταν η μηχανική υποστήριξη της ζωής της.
Ωστόσο, την επόμενη ημέρα, «προς έκπληξη όλων, συμπεριλαμβανομένου εμού, της ομάδας της και του ιατρικού προσωπικού, η Κρίστα ξύπνησε και άρχισε να μιλά», αποκάλυψε αυτόν τον μήνα ο δικηγόρος της, Ράντι Σπάιβι.
Τα πρώτα λόγια της κρατούμενης, όταν ξύπνησε στις 6 Οκτωβρίου στο νοσοκομείο, ενώ ήταν συνδεδεμένη με αναπνευστήρα, ήταν: «Πού βρίσκομαι και ποιος είστε;». Στη συνέχεια, ρώτησε για την οικογένεια του θύματός της, της Κολίν Σλέμερ, σύμφωνα με τον Σπάιβι.
Μετά την αποτυχημένη εκτέλεση, η Πάικ παρουσίασε θρόμβο αίματος στο χέρι, πνευμονία, ενώ αδυνατούσε να τραφεί.
Ο Σπάιβι πρόσθεσε ότι τα χέρια της είχαν παρουσιάσει «ασυνήθιστα έντονο πρήξιμο», περιγράφοντας την εικόνα τους σαν να είχε φουσκώσει ένα χειρουργικό γάντι.
Στις 10 Οκτωβρίου, η Πάικ πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο και επέστρεψε στη φυλακή όπου κρατείται εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια.
Η ίδια είχε καταδικαστεί σε θάνατο για τον βασανισμό και τη δολοφονία της 19χρονης συμμαθήτριάς της, Κολίν Σλέμερ, το 1995, σε μια επίθεση που, σύμφωνα με την υπόθεση, υποκινήθηκε από ζήλια.
Μετά την απρόσμενη επιβίωσή της από την αποτυχημένη εκτέλεση, ο κυβερνήτης του Τενεσί, Μπιλ Λι, ανέστειλε όλες τις εκτελέσεις στην πολιτεία για το υπόλοιπο του έτους. Παράλληλα, ανέθεσε στον πρώην ομοσπονδιακό εισαγγελέα Εντ Στάντον να διενεργήσει ανεξάρτητη έρευνα, προκειμένου να διαπιστωθεί τι πήγε στραβά κατά τη διαδικασία.
Στον απόηχο της αποτυχίας, ο επικεφαλής των σωφρονιστικών υπηρεσιών της πολιτείας, Φρανκ Στράντα, υπέβαλε την παραίτησή του, δηλώνοντας ότι η αποχώρησή του ήταν «προς το συμφέρον των κατοίκων του Τενεσί», όσο βρίσκεται σε εξέλιξη η έρευνα του Στάντον, σύμφωνα με τη New York Post.
Την ίδια ώρα, η νομική ομάδα της Πάικ έχει απευθύνει έκκληση στον κυβερνήτη να μετατρέψει την ποινή της, υποστηρίζοντας ότι η εντολέας τους έχει «υποστεί τιμωρία μεγαλύτερη από εκείνη οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου στην ιστορία της θανατικής ποινής στις Ηνωμένες Πολιτείες».