Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν επικίνδυνο συνδυασμό δημοσιονομικής κρίσης και κοινωνικής αναταραχής, λίγους μήνες πριν από τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Έπειτα από δύο Σαββατοκύριακα διαδηλώσεων, στις οποίες εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους ζητώντας αυξήσεις στους μισθούς των εκπαιδευτικών, αποκατάσταση των προβλημάτων στις σχολικές υποδομές και μέτρα για την αντιμετώπιση του ραγδαία αυξανόμενου κόστους ζωής, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο, στον οποίο η οικονομική αστάθεια και η κοινωνική δυσαρέσκεια αλληλοτροφοδοτούνται.

«Η Γαλλία βρίσκεται στα πρόθυρα μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης», δήλωσε στο Politico ο πρώην πρωθυπουργός Μισέλ Μπαρνιέ, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να σταλεί ένα σαφές μήνυμα στις αγορές. Οι αρχές κατάφεραν να αποτρέψουν το περασμένο Σαββατοκύριακο τις εκτεταμένες ταραχές και τις λεηλασίες που είχαν σημειωθεί στον πρώτο γύρο των διαδηλώσεων, στις 17 και 18 Οκτωβρίου. Ωστόσο, οι χρηματοπιστωτικές αγορές παραμένουν ανήσυχες, καθώς οι επενδυτές είχαν ήδη αρχίσει να αποσύρονται από το γαλλικό χρέος ή να απαιτούν ιστορικά υψηλές αποδόσεις, λόγω της αδυναμίας της κυβέρνησης να περιορίσει σημαντικά το επίμονα υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα, να μειώσει το χρέος των 3,5 τρισ. ευρώ, να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη και να μεταρρυθμίσει ένα μη βιώσιμο συνταξιοδοτικό σύστημα.

Μισέλ Μπαρνιέ

Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο οι προεδρικές εκλογές της επόμενης άνοιξης να οδηγήσουν σε δεύτερο γύρο τη Μαρίν Λεπέν, η οποία προηγείται μεταξύ των υποψηφίων της ακροδεξιάς και τον Ζαν-Λικ Μελανσόν, τον αντίπαλό της από την άκρα αριστερά, ο οποίος, σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις, διεκδικεί τη δεύτερη θέση. Και οι δύο υποψήφιοι θέλουν να διαθέσουν δισεκατομμύρια ευρώ για τη μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, προοπτική που εντείνει τους φόβους των επενδυτών για την πορεία των δημόσιων οικονομικών.

Το κόστος των διαδηλώσεων και το δίλημμα της κυβέρνησης

Το οικονομικό κόστος των ταραχών εκτιμάται μέχρι στιγμής σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, μεγάλο μέρος των οποίων αναμένεται να καλυφθεί από ασφαλιστικές αποζημιώσεις. Ωστόσο, η αναταραχή επιβαρύνει ακόμη περισσότερο μια ήδη εκρηκτική κατάσταση, καθώς στέλνει ανησυχητικά μηνύματα στις αγορές, ιδιαίτερα εάν οι κινητοποιήσεις συνεχιστούν. Οι διαδηλώσεις των «Κίτρινων Γιλέκων», που πραγματοποιήθηκαν από το 2018 έως το 2020, κατά τα πρώτα χρόνια της προεδρίας του Εμανουέλ Μακρόν, κόστισαν στη γαλλική οικονομία το 0,1% του ΑΕΠ, ενώ τα καταστήματα ανέφεραν απώλειες ύψους 2 δισ. ευρώ.

«Είναι σαφές ότι οι διαδηλώσεις έχουν αντίκτυπο στις αγορές», δήλωσε στο Politico ο Ερίκ Λομπάρ, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών την προηγούμενη χρονιά.

Το πρόβλημα για την κυβέρνηση του σημερινού πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί είναι ότι ο προτεινόμενος προϋπολογισμός για το 2027 προβλέπει ήδη εξοικονομήσεις 43 δισ. ευρώ, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια για πρόσθετες περικοπές. Έτσι, η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα: είτε να δανειστεί περισσότερα χρήματα, επιβαρύνοντας την επόμενη γενιά με δισεκατομμύρια ευρώ σε πληρωμές τόκων, είτε να ελπίζει ότι οι διαδηλώσεις θα υποχωρήσουν από μόνες τους.

Ελληνίδα καθηγήτρια που ζει στη Γαλλία αναλύει τα αίτια της κρίσης: «Είναι μία κοινωνική οργή η οποία σιγά σιγά συσσωρεύτηκε»

«Έχουμε ένα μαχαίρι στον λαιμό μας και μπορούμε να νιώσουμε τις σταγόνες αίματος στην καρωτίδα μας», δήλωσε κυβερνητικός υπουργός, ο οποίος ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία του προκειμένου να σχολιάσει την κατάσταση. «Πρέπει να δείξουμε ότι ακούσαμε την οργή. Ωστόσο, τα περιθώρια ελιγμών μας είναι περιορισμένα, δεδομένης της κατάστασης στις αγορές», πρόσθεσε.

Οι αγορές φοβούνται το ενδεχόμενο νέας κρίσης χρέους

Ο Μάριο Μόντι, ο οποίος αντιμετώπισε παρόμοια κατάσταση ως πρωθυπουργός της Ιταλίας και κατάφερε να αποτρέψει μια χρηματοπιστωτική κρίση το 2011 μέσω περικοπών δαπανών και συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, προειδοποίησε σε δηλώσεις του στο Politico ότι «τα πράγματα μπορούν να εξελιχθούν πολύ γρήγορα».

Ο ίδιος υπενθύμισε ότι εκείνη την περίοδο η διαφορά αποδόσεων μεταξύ των ιταλικών και των γερμανικών δεκαετών ομολόγων, ένας δείκτης που αποτυπώνει τον πρόσθετο κίνδυνο που συνδέεται με το χρέος μιας χώρας σε σύγκριση με το γερμανικό, το οποίο θεωρείται ιστορικά ασφαλές, αυξήθηκε μέσα σε λίγους μήνες από περίπου 150 μονάδες βάσης σε περισσότερες από 500.

Στην περίπτωση της Γαλλίας, η διαφορά αποδόσεων μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών ομολόγων διαμορφώθηκε στις 169 μονάδες βάσης κατά το κλείσιμο των αγορών την Παρασκευή. Παράλληλα, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου αναφοράς έφτασε στο 5,14% την προηγούμενη ημέρα, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002.

Σύμφωνα με τον Μόντι, η Γαλλία αντιμετωπιζόταν επί μακρόν ως το «κακομαθημένο παιδί» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αξιοποιώντας το πολιτικό και οικονομικό της βάρος για να παρακάμπτει ή να παραβιάζει τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ένωσης. Ωστόσο, λίγοι πίστευαν ότι μια τόσο μεγάλη και ισχυρή χώρα θα μπορούσε να βρεθεί στην πρώτη γραμμή μιας ευρωπαϊκής κρίσης χρέους.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει τη δυνατότητα να αγοράζει κρατικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ένα εργαλείο που μπορεί να συμβάλει στην αποτροπή μιας κρίσης στην Ευρωζώνη. Παρ’ όλα αυτά, ο Μόντι εκτιμά ότι οι Γάλλοι ψηφοφόροι πρέπει να αντιληφθούν πως το ενδεχόμενο μιας κρίσης δημόσιου χρέους στη χώρα τους δεν αποτελεί πλέον ένα υποθετικό σενάριο.

«Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι η κοινή γνώμη δεν ανησυχεί αρκετά για αυτόν τον κίνδυνο», ανέφερε ο Μόντι. «Η Γαλλία δεν είναι ψυχολογικά έτοιμη να θεωρήσει τον εαυτό της στόχο μιας κρίσης ή ακόμη και αφετηρία μιας κρίσης που θα μπορούσε να εξαπλωθεί».

Η απαισιοδοξία των Γάλλων και η άνοδος των ακραίων υποψηφίων

Η κρίση στη Γαλλία δεν περιορίζεται στην οικονομία. Πολλοί δείκτες καταδεικνύουν ότι η χώρα έχει χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της, με την απαισιοδοξία να επηρεάζει τη στάση των πολιτών απέναντι στο μέλλον και τους πολιτικούς θεσμούς.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του προηγούμενου μήνα, εννέα στους δέκα Γάλλους εμφανίζονται απαισιόδοξοι για το μέλλον και πιστεύουν ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν χειρότερα από τους ίδιους. Παράλληλα, πανευρωπαϊκή έρευνα που πραγματοποιήθηκε νωρίτερα μέσα στη χρονιά έδειξε ότι μόνο οι μισοί Γάλλοι συμμετέχοντες αισθάνονται υπερήφανοι για το δημοκρατικό σύστημα της χώρας τους. Το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στα δύο τρίτα στη Γερμανία και προσεγγίζει το 70% στη Βρετανία.

«Δεν μπορούμε πλέον να χρηματοδοτούμε την Ουκρανία», λέει η Λεπέν – Επικαλείται τα οικονομικά προβλήματα της Γαλλίας

Η απαισιοδοξία αυτή έχει ενισχύσει την υποστήριξη προς υποψηφίους που βρίσκονται στα άκρα του πολιτικού φάσματος, όπως η Μαρίν Λεπέν και ο Ζαν-Λικ Μελανσόν. Το οικονομικό πρόγραμμα της Λεπέν έχει δεχθεί επικρίσεις από ορισμένους οικονομολόγους, οι οποίοι το χαρακτηρίζουν μη ρεαλιστικό και χωρίς σοβαρή βάση, ενώ ο Μελανσόν έχει δηλώσει ότι θέλει να βάλει φωτιά στο γαλλικό χρέος.

Σύμφωνα με τη συγκεντρωτική δημοσκόπηση του Politico, η οποία δημοσιεύθηκε στις αρχές του μήνα, η Λεπέν συγκεντρώνει την υποστήριξη του 34% των ψηφοφόρων, ενώ ο Μελανσόν βρίσκεται στο 15%. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι σχεδόν το 50% του εκλογικού σώματος προτίθεται να στηρίξει έναν υποψήφιο που αντιτίθεται στο κατεστημένο.

Ο κεντροδεξιός υποψήφιος Εντουάρ Φιλίπ, ο οποίος συγκαταλέγεται στις βασικές προσωπικότητες του κυρίαρχου πολιτικού χώρου που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τη Λεπέν, προσπαθεί να πείσει τους ψηφοφόρους ότι εκπροσωπεί τη δημοσιονομική πειθαρχία και ότι δεν φοβάται να μιλήσει για δύσκολες αλήθειες. Ωστόσο, η προεκλογική του εκστρατεία δυσκολεύεται να βρει τον βηματισμό της.

Γιατί η Γαλλία δεν θεωρείται ακόμη νέα Ελλάδα, αλλά κινδυνεύει να ακολουθήσει την Ιταλία

Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, οι βουλευτές και οι διπλωμάτες με τους οποίους συνομίλησε το Politico συμφώνησαν ότι η Γαλλία δεν κινδυνεύει, τουλάχιστον προς το παρόν, να βρεθεί σε μια κατάσταση αντίστοιχη με εκείνη της Ελλάδας, κατά την οποία η κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να σταματήσει να πληρώνει τους δημόσιους υπαλλήλους και τους πιστωτές της. Ωστόσο, εκτιμούν ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια κρίση παρόμοια με εκείνη που βίωσε η Ιταλία το 2011, όταν ο Μάριο Μόντι διαδέχθηκε τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην πρωθυπουργία.

«Δεν είμαστε ακόμη μια μπανανία που κινδυνεύει να κηρύξει χρεοκοπία», δήλωσε ο έμπειρος κεντρώος βουλευτής και ειδικός σε δημοσιονομικά ζητήματα Σαρλ ντε Κουρσόν.

Οι εικόνες από τις πρόσφατες ταραχές, ωστόσο, αποτυπώνουν την ένταση της κοινωνικής αναταραχής. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων στις αρχές του μήνα, μπροστά από τη σπασμένη βιτρίνα ενός ήδη λεηλατημένου σούπερ μάρκετ στο 11ο διαμέρισμα του Παρισιού, μια περιοχή γνωστή για τη νεανική και εναλλακτική της ταυτότητα, ένας άνδρας που δεν φαινόταν να έχει κάποια σχέση με το κατάστημα παρότρυνε τους περαστικούς να μπουν μέσα και να πάρουν ό,τι χρειάζονταν. Σε απόσταση λίγων μέτρων, ο ιδιοκτήτης ενός κινεζικού εστιατορίου κλείδωνε την πόρτα πίσω από κάθε πελάτη, προκειμένου να εμποδίσει τους ταραξίες να εισέλθουν.

Πρόκειται για εικόνες που θα περίμενε κανείς να δει σε μια χώρα στα πρόθυρα κρίσης δημόσιου χρέους και όχι σε ένα κράτος της Ομάδας των Επτά (G7). Από τις Βρυξέλλες, την Ουάσιγκτον και τη Νέα Υόρκη, διπλωμάτες και οικονομολόγοι εκτιμούν ότι το Παρίσι πιθανότατα δεν θα καταφέρει να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 3% του ΑΕΠ έως το 2029, όπως είχε δεσμευτεί προηγουμένως απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο ντε Κουρσόν δήλωσε ότι η Γαλλία έχει «χάσει κάθε αξιοπιστία» απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους της όσον αφορά τα δημοσιονομικά ζητήματα. Από την πλευρά του, ο πρώην υπουργός Οικονομίας Ερίκ Λομπάρ παραδέχθηκε ότι η χώρα δεν τήρησε τις δεσμεύσεις της, εκφράζοντας, ωστόσο, την ελπίδα ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει.

«Εκ μέρους του γαλλικού λαού, αναλάβαμε δεσμεύσεις για να επαναφέρουμε τα δημόσια οικονομικά σε τροχιά, αλλά δεν τις τηρήσαμε. Ήμουν απολύτως υπέρ της τήρησης των δεσμεύσεών μου. Συλλογικά, όμως, δεν το κάναμε», δήλωσε ο Λομπάρ, καταλήγοντας ότι με αυτόν τον τρόπο η Γαλλία έθεσε τον εαυτό της σε θέση αδυναμίας.