Η σημερινή Κυβέρνηση έχει κληθεί από τους πολίτες να οδηγήσει τη χώρα σε μια νέα πορεία προοπτικής και ανάπτυξης, να αλλάξει τα δεδομένα που οδήγησαν την οικονομία μας σε ύφεση και την κοινωνία μας σε ανασφάλεια και μιζέρια. Σήμερα, έντεκα μήνες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, μπορούμε ήδη να μετράμε μερικές πρώτες επιτυχίες και να μπορούμε να απαντάμε με αισιοδοξία στην αγωνία των πολιτών για το αν και πότε θα έχει τέλος αυτή η δύσκολη διαδικασία από την οποία αναγκαστικά περνάμε.

Μπορούμε να μιλάμε για έξοδο της χώρας από το τούνελ, γιατί ήδη έχουμε διανύσει μια μεγάλη διαδρομή. Μπορούμε να μιλάμε για πρόοδο, γιατί ήδη έχουμε καταφέρει να μετατρέψουμε την απόλυτη αμφισβήτηση σε εκτίμηση της προσπάθειας του Ελληνικού λαού. Μπορούμε να μιλάμε για προοπτική, γιατί ήδη έχουμε ανοίξει μεγάλα μέτωπα τομών και αλλαγών και κάθε μέρα που περνάει κάνουμε ένα μικρό ή μεγάλο βήμα στην αντιμετώπιση διαχρονικών προβλημάτων, παθογενειών και αδυναμιών στο κράτος και στην οικονομία μας.

Κλειδί για την επιτυχία είναι η αποφασιστικότητα και η ταχύτητα με την οποία υλοποιείται το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής που μας δεσμεύει. Στόχος είναι να μην χαθεί χρόνος και να αξιοποιηθεί η περίοδος, κατά την οποία δίνεται η δυνατότητα στην Ελλάδα – μέσα από το μηχανισμό στήριξης – να απέχει από τις αγορές, όχι μόνο για να επιτευχθεί ένα μεγάλο νοικοκύρεμα στα δημόσια οικονομικά, να μειωθούν τα ελλείμματα μας και να δημιουργηθεί πρωτογενές πλεόνασμα, ώστε να αρχίσει να μειώνεται το δημόσιο χρέος, αλλά κυρίως για να γίνουν οι μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος και στην οικονομία που αποτελούν προϋπόθεση, για να βγει η χώρα μας από την ύφεση και να ακολουθήσει ένα νέο πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης.

Έχει ακουστεί αρκετή κριτική, τόσο για την προσφυγή της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης, όσο και για το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, τις προτεραιότητες και τους στόχους του. Ωστόσο, ελάχιστοι είναι σε θέση να απαντήσουν στο ερώτημα “τι θα συνέβαινε, αν δεν είχαμε προσφύγει στο δανεισμό αυτό και αν διακινδυνεύαμε μια στάση πληρωμών και μια χρεωκοπία”; Πολλοί αποφεύγουν να παραδεχτούν δημόσια πόσο μεγάλη ανάγκη είχε η χώρα αυτό το δανεισμό, όχι απλώς για να μπορέσει να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της, αλλά για να χρηματοδοτήσει άμεσες λειτουργικές δαπάνες, τους μισθούς και τις συντάξεις και να κερδίσει τον αναγκαίο χρόνο εκτός αγορών, ώστε να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα μεγάλων τομών και αλλαγών και να ξεπεράσει πολλές διαρθρωτικές αδυναμίες.

Ακόμη περισσότεροι αποφεύγουν να συζητήσουν δημόσια ότι με ένα έλλειμμα που φτάνει το 14% του εισοδήματος της χώρας και με ένα χρέος που ξεπερνά το 110%, με τις αγορές πρακτικά κλειστές στο δανεισμό, με τους επενδυτές και τους πολιτικούς εταίρους να σε αμφισβητούν, είναι αδύνατο να έχεις ανάπτυξη. Η ώθηση της οικονομίας μέσα από το θετικό σοκ που μπορεί να προκαλέσει μια επεκτατική πολιτική του Δημοσίου, που τονώνει τη ζήτηση, προϋποθέτει ότι το κράτος μπορεί κατ’ αρχήν να βρει τα λεφτά αυτά.

Επιπλέον, μια επεκτατική πολιτική, για να πιάσει τόπο σε όρους ανάπτυξης και πραγματικής βελτίωσης της ευημερίας των πολιτών, πρέπει να βρίσκει το στόχο της και όχι να καταλήγει σε μαύρες τρύπες σπατάλης και αδιαφάνειας. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια η δημοσιονομική επέκταση, η αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος, ήταν της τάξεως των 2,5 μονάδων του ΑΕΠ το χρόνο, με αποκορύφωμα το 2009 που ξεπέρασε τις 5,5 μονάδες. Κάθε ένα από τα τρία αυτά χρόνια είχαμε επιβράδυνση της ανάπτυξης, που κατέληξε σε ύφεση.

Για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε αυτή την κατάσταση, χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε το σοβαρό διαρθρωτικό έλλειμμα στον τρόπο που γίνεται η διαχείριση του δημόσιου χρήματος, τόσο στο σκέλος των εσόδων, όσο και στο σκέλος των δαπανών.

Η προσπάθεια που κάνουμε, ζητώντας θυσίες από τους πολίτες, για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και την συγκράτηση του χρέους είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη. Είναι αναγκαία συνθήκη για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία, για να μπορέσουν να γίνουν επενδύσεις που θα φέρουν θέσεις εργασίας και να ενισχύσουν το εθνικό εισόδημα.

Όμως, το πρόγραμμα που ακολουθεί σήμερα η Ελλάδα δεν προβλέπει μόνο τη στείρα περικοπή δαπανών και την αύξηση εσόδων μέσα από επώδυνα δημοσιονομικά μέτρα. Το μεγαλύτερο μέρος εξαρτάται από τις διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος που θα διασφαλίσουν μείωση δαπανών από την πάταξη της σπατάλης, την ενίσχυση των εσόδων από ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα και την πάταξη της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής και φυσικά την ανάπτυξη και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσα από διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία.

Όλα αυτά τα μέτωπα έχουν ήδη ανοίξει και μέχρι σήμερα έχουμε διανύσει ένα πολύ μεγάλο μέρος αυτής της διαδρομής. Μέσα σε ελάχιστους μήνες, το έλλειμμα έχει μειωθεί κατά 40% και βρίσκεται με ασφάλεια εντός των στόχων που έχουν τεθεί. Ταυτόχρονα, η χώρα απέκτησε ένα νέο φορολογικό πλαίσιο, ένα νέο ασφαλιστικό, νέους κανόνες διαχείρισης του δημόσιου χρήματος, αυστηρότερους κανόνες για τη φοροδιαφυγή, ένα νέο διοικητικό χάρτη, διαφάνεια στις αποφάσεις, ένα νέο πλαίσιο στις εργασιακές σχέσεις, νέους θεσμούς για την εποπτεία και τη σταθερότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, νέους κανόνες για την προστασία των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων και νοικοκυριών και πιο απλές διαδικασίες για την ίδρυση επιχειρήσεων.

Προφανώς, η δουλειά δεν τέλειωσε, αλλά έχει μπει σε σειρά και εκτελείται με πολύ αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Στις επόμενες εβδομάδες και στους επόμενους μήνες, πολλά ακόμη ανοικτά μέτωπα πρέπει να κλείσουν, όμως πια δεν υπάρχουν πολλές αμφιβολίες για το αν η Ελλάδα μπορεί να τα καταφέρει. Κάθε μέρα που περνάει, παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα, μάς φέρνει όλο και πιο κοντά στο στόχο. Κερδίζουμε το στοίχημα της προοπτικής και ερχόμαστε πιο κοντά στη στιγμή που το κράτος θα μπορεί να εγγυάται ασφάλεια και δίκαιο επιμερισμό του μερίσματος της σωτηρίας σε όλους αυτούς που σήμερα βάζουν πλάτη.